Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

~Ανακοίνωση!!


Τα χαμένα τετράδια θα κλείσουν. Ωστόσο τα κείμενα δεν θα χαθούν. Όσοι επιθυμούν να με διαβάζουν και δεν βαριούνται τα κείμενα μου, μπορούν να γίνουν μέλος στο νέο μου επίσημο(επώνυμο) blog. Εκεί θα υπάρχουν κείμενα λογοτεχνικά,ποιητικά,αναδημοσιεύσεις άρθρων μου(μια που γράφω σε κάποια site) απόψεις για διάφορα ζητήματα.

Η απόφαση να γράφω επώνυμα δεν ήρθε ξαφνικά. Εδώ και χρόνια ζυμώνεται στο νού μου η ιδέα να ασχοληθώ με τη δημοσιογραφία. Το νέο λοιπόν επώνυμο blog άνοιξε σε μια προσπάθεια να οργανώσω τα κείμενα μου που βρίσκονται σκόρπια από εδώ και από εκεί.

Πλέον θα μπορείτε να με βρίσκετε εδώ.

http://kalliav.blogspot.gr/

Ευχαριστώ για όλα.

Κ.Β


Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Έλλειψη λέξεων



Σου έχει τύχει ποτέ να βρίσκεσαι τόσο κοντά σε κάτι που επιθυμείς; Και όμως να μην μπορείς να το αγγίξεις;Να είσαι απλά ένας παρατηρητής; Όπως συμβαίνει στις θεατρικές παραστάσεις. Απλά βλέπεις από μακριά. Δεν συμμετέχεις στη δράση. Δεν αλλάζεις κάτι. Ακόμα και αν αυτή δεν σ'αρέσει. Μπορείς να την αλλάξεις, αλλά φοβάσαι τις συνέπειες. Σκέφτεσαι , πως αν ανέβεις στη σκηνή και διακόψεις τη ροή όπως εξελισσεται όλοι θα σε περάσουν για τρελό, μη σου πώ ότι θα σε πετάξουν έξω.

 Έτσι και εκείνη. Έμαθε από απόσταση να τον αγαπά. Να μη χορταίνει να τον βλέπει, να τον ακούει και να τον αισθάνεται με όλες τις αισθήσεις και πιο ισχυρή τη θύμηση. Θυμάται, που τον είχε πρωτογνωρίσει κοντά σε θάλασσα. Εκείνη και η θάλασσα ένα. Και αυτός κάτι καινούριο. Κάτι πρωτόγνωρο. Κάτι αλλιώτικο. Εκείνη είχε τη συνήθεια να περπατάει παραθαλάσσια και να θάβει στη φίλη της τη θάλασσα ατάκτως ειρημένες σκοτεινές σκέψεις. Βοήθαγε και η άμμος. Δεν την υποτιμούσε όπως οι περισσότεροι που σβήνουν μόνο τ'αποτσίγαρα τους.Μια παρόμοια γκρίζα μέρα, συνηθισμένη μίλησαν. Και εκείνη ήταν και ο τύπος που δεν μίλαγε πολύ.Παράδοξο που αντάλλαξαν κουβέντες. Παράδοξο που ήταν και αυτός εκεί. 

-"Ποιός κάνει μπάνιο τέτοια εποχή στη θάλασσα;"σκεφτόταν σιωπηλά. Δεν ήταν φυσιολογικό. Αλλά και τι ήταν φυσιολογικό;

Εκείνος ερχόταν έξω, μέσα από τους παφλασμούς των κυμάτων. Εκείνη απλώς επιτάχυνε το περπάτημα της. Αδιαφόρησε. Όπως είχε συνηθίσει να κάνει με όλους μετά από τόσες και τόσες απογοητεύσεις. Θα μπορούσες να  πείς ότι είχε βυθιστεί στις σκέψεις της. Και αυτό δεν ήταν απαραίτητα καλό. Αλλά μόνο, μόνη, κάπου έξω είχε την ελευθερία να σκεφτεί χωρίς να την ενοχλούν .Είχε και ένα κακό χούι να κουβαλάει μαζί της ένα τετράδιο και ένα  μολύβι και να μουτζουρώνει κάτι λέξεις που εκείνη ονόμαζε ποιήματα. Άλλοτε ζωγράφιζε και κάτι φανταστικά πρόσωπα για να τα βλέπει το βράδυ και να μην νιώθει μόνη.Όντας χαμένη στις σκέψεις ούτε που αντιλήφθηκε την πτώση του μολυβιού από την τσέπη της.

Αφού έκατσε μακριά από εκείνον, στην άμμο. Ίσα που τον έβλεπε. Ψαχούλεψε την τσέπη μα τίποτα. "Δεν βαριέσαι, δε γράφω και σαν την Πλάθ σκέφτηκε. Απλά καταστρέφω σελίδες χαρτιού."Κάπου από μακριά είδε να έρχεται εκείνος . Η αλήθεια είναι ότι αυτό που πρόσεξε ήταν τα αγκαλιασμένα από την αρμύρα της θάλασσας μαύρα του μαλλιά και τα μάτια του. "Διάολε , τι έρχεται εδώ τώρα αυτός ;" ψιθύρισε αυτή η φωνή που τη συντροφεύει.Δεν ένιωθε φόβο. Τι να φοβηθεί άλλωστε; Παιδί ήταν; Ναι, παιδί ήταν αλλά όχι και τόσο. Χάνεις την παιδικότητα σου τη μέρα που θα φάς τα μούτρα σου. Και αν αυτό το πέσιμο σου αφήσει και γρατζουνιές, μάλλον δεν το ξεχνάς ποτέ. Μάλλον τότε την έβαψες. 

-Σου έπεσε το μολύβι σου.Ορίστε.
-Ευχαριστώ.
- Μένεις εδώ;
-Ξέρεις δεν συνηθίζω να δίνω σε αγνώστους στοιχεία για μένα. Εδώ καλά καλά δεν με ξέρουν οι άνθρωποι που είμαστε μαζί κάθε μέρα. 
-Έχει τόσο σημασία για σένα ένα όνομα; Άφησε με να σε μάθω.

Ήθελε να φύγει σαν κυνηγημένη, είχε απηυδήσει με όλους τους ανεπαίσθητα ρεαλιστές που είχε γνωρίσει,ο ιδεαλισμός της της είχε συντρίψει τα μούτρα, μα τελικά απλά έμεινε σιωπηλή και κοίταζε τη θάλασσα. 

~Όσο καλή ήταν στο να σκέφτεται, όσο προσηλωμένη στο να γράφει, τώρα είχε πέσει στη παγίδα της έλλειψης λέξεων και των ανείπωτων λόγων.





Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

*Ξεβόλεμα


Έβλεπε στα μάτια και στις λέξεις του έναν μέντορα. Έναν καθοδηγητή στην άγρια ζούγκλα της ενηλικίωσης. Φευγαλέα θυμάται τα λόγια της μητέρας της " Δεν είσαι παιδάκι πια, ενήλικη είσαι". Μαχαίρι. Είχε ανάγκη να πιαστεί από πάνω του. Είχε μάθει αρκετά πράγματα και εκείνος. Του άρεσε να διαβάζει και πολύ. Να κλείνεται στο γραφείο του να διαβάζει και να καπνίζει στοχαστικά.Τέτοιες φιγούρες αγαπούσε και εξιδανίκευε εκείνη. Είχε ανάγκη να μάθει, να μάθει από εκείνον. Σαν να της μετάγγιζε όλη την αλήθεια της ζωής με ένα φιλί του. Την προσέλκυε όμως και η δεδομένη στιγμή του. 

Ξεβολεμένος μέχρι τέρμα, πνεύμα αντιλογίας πάντα, φιλοσοφημένος απεριόριστα. Μποέμ τύπος και καλλιτέχνης. Ποιητής και μουσικός. Επάγγελμα άνεργος. Επαναστάτης με αιτία. Είχε την βολή του και την έχασε. Θαρρώ πως του αρέσει περισσότερο που ξεβολεύτηκε. Ήταν στο πετσί του η αλληλεγγύη στον λαό. Αγαπούσε τους ανθρώπους παρά το ότι ήταν κατακεραυνωτής τους. Άλλωστε ποιός δεν χρειάζεται μια αιχμηρή φωνή να του θυμίζει λάθη για να αποφύγει νέα; Υπερασπιστής των δικαιωμάτων κάθε ταλαιπωρημένης ομάδας. Κάθε ομάδας που έχει βιώσει ρατσισμό. Πάνω απ'όλα άνθρωπος.Ίσως αυτό το άνθρωπος να της έκανε περισσότερη εντύπωση. Ίσως αυτό την ξάφνιασε ευχάριστα. 

 Θυμάται την μέρα που τον πρωτογνώρισε σε κάποιο ασήμαντο καφέ των Εξαρχείων. Μια χειραψία,αμήχανη και ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Μάτια που έλεγαν αλήθεια. Παρά το γεγονός ότι ήταν άγνωστοι ξεκίνησαν να μιλάνε με άνεση αλλά συγκρατημένα για φιλοσοφικά ζητήματα.Ζωή,Θάνατος,Αλήθεια,Ψέμα,Προσπάθεια,Δικαιοσύνη. Της αφυπνούσαν το μυαλό οι συζητήσεις τους και αυτό ίσως να ήταν που την έκανε να ερωτεύεται σιγά σιγά. Εκείνος όμως τόσο άπιαστος σαν τον Άνεμο. Τόσο φευγαλέα η υπόσταση του. 



Σαν να σου έδινε λίγο, να σε κινητοποιούσε για πολύ και να σ'έκαιγε αιώνια στο βωμό του ανικανοποίητου.






Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Άνοιξη


Αν είχες σκοπό να με ανακαλύψεις πέρα για πέρα πιθανόν να μην σε άφηνα. Φοβάμαι να με ξέρεις. Φοβάμαι . Τόσος χειμώνας μέσα μου χωρίς επιθυμία ,κουράγιο και διάθεση για κάτι καλύτερο. Χωρίς δυνάμεις για άνοιξη. Με καταλαβαίνεις; Και αν όχι δεν μπορώ να στο κάνω πιο λιανό , πρέπει να έχεις νιώσει αυτό που σου λέω.  Kαι δεν ξέρω αν επιδίωξα την άνοιξη, γιατί εσένα  δεν θα σου πώ ψέματα όπως έκανα στο παρελθόν. Μπορεί και να βολεύτηκα στην υγρασία του χειμώνα. Μπορεί και να πέρασα μερόνυχτα να ακούω τον ήχο της βροχής και να αντικρίζω τη θάλασσα πλάι σ'ένα παράθυρο, καπνίζοντας μερικά τσιγάρα. Στριφτά κιόλας, για να μου τον θυμίζουν. Χωρίς να μιλάω.Δεν είχα κάτι ουσιώδες να πώ. Στην απώλεια δεν μιλάς. Μονάχα μετανιώνεις. Αλλά δεν την επιλέγεις κιόλας. Και μένεις εσύ, το εγώ σου ο καπνός και οι τύψεις. Και εκεί βλέπεις τον πραγματικό χειμώνα. Και έγινε οικείο αυτό το συναίσθημα της συντριβής. Του κενού.

 Και εκεί που δεν το περιμένεις, έρχεται η άνοιξη γεμάτη από αλλαγή, να σε συνεπάρει. Παθαίνεις προσωρινές αμνησίες , γιατί το παρελθόν δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Ίσως μάλιστα να μας στοιχειώνει κιόλας. Νιώθεις καλά. Τη μέρα τουλάχιστον. Τη νύχτα πάλι το ίδιο κενό και ένα απροσδιόριστο βάρος στο στήθος. Αλλάζεις. Το νιώθεις. Σαν κάμπια που μεταμορφώνεται σε πεταλούδα. Τρώς τα μούτρα σου και απογοητεύεσαι στα λιμάνια της ενηλικίωσης. Η γεύση; Μια γλυκόπικρη μελαγχολία. Αγιάτρευτη από τα γελάκια της χαζοπαρέας. Μεγαλώσαμε μάτια μου. Χάσαμε το παιδί μέσα μας. Πάει .Πέθανε τη μέρα που μας πούλησαν . Το σκοτώσαμε εμείς οι ίδιοι το παιδί τη μέρα που γίναμε δολοφόνοι του ιδεαλισμού μας. 


~Μέρες, μέρες βλέπω όμως μια άνοιξη να με αλλάζει και να κάνει πισωγυρίσματα σε τούτο το παιδί, που πνίγηκε κολυμπώντας στα βαθιά.




Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

*Πλάνη


          Που πήγαν οι λάμψεις σε ρώτησα; Που χάθηκε ο ήλιος σκέφτηκα; Τυφλωμένη και ζωντανή από την απογοήτευση.Θυμάμαι τις θάλασσες που κολυμπήσαμε μαζί τα βράδια, τα δάση που περπατήσαμε χέρι χέρι, τις συζητήσεις που θα μπορούσαμε μεταξύ μας να έχουμε μονάχα. Οι στιγμές αναντικατάστατες, θωρακισμένες σαν φωτογραφίες στο κουτί της καρδιάς. Όχι του νού, της καρδιάς.Ο νούς δεν πονάει. Μονάχα ξεγελιέται. Ίσως ήμουν ο νούς στη σχέση μας.


  Μείναμε πλέον φωτογραφίες  πεταμένες στο πάτωμα. Ασπρόμαυρες. Γιατί αυτές λένε αποτυπώνουν τους ανθρώπους και την ψυχή τους, οι έγχρωμες μόνο το προφανές. Και η ψυχή δεν είναι κάτι που πάντα φαίνεται . Άλλωστε γιατί να καυχιέσαι μάτια μου, ότι έχεις ψυχή; Καυχιούνται οι ανασφαλείς και οι τελευταίοι. Οι πρώτοι δεν έχουν ανάγκη. 


 Τσιμπάω το δέρμα μου. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου μα δεν νιώθω τίποτα. Φοράω κενό και ψεύτικο χαμόγελο με καμουφλαρισμένη τη θλίψη. Και όλα αυτά επειδή εσύ. Και δεν μπορώ να σε μισήσω γιατί σ'αγαπώ περισσότερο. Ακόμα και αν ήταν όλα προμελετημένα.Η πλάνη που ζώ. Και προμελετημένη να ήταν πάλι δεν θα την άλλαζα. Τι κατάρα και ευλογία να ζείς μ'αυτό τον τρόπο. Αφήνω σε άλλους κόσμους το ρεαλιστικό μου "εγώ" που θα ζητούσε εκδίκηση. Ξέρω πως η καλύτερη εκδίκηση μου, θα είναι η αγάπη.



~Οι αναμνήσεις είναι μαχαίρια.